はら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξορκίζω, εξαγνίζω, καθαρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
祓う
Παρόν (ευγενικό)
祓います
Άρνηση (απλή)
祓わない
Άρνηση (ευγενική)
祓いません
Παρελθόν (απλό)
祓った
Παρελθόν (ευγενικό)
祓いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
祓わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
祓いませんでした
Τε-μορφή
祓って
Δυνητική
祓える
Προστακτική
祓え
Βουλητική
祓おう
Υποθετική (ば)
祓えば