かみつかえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπηρετώ τον Θεό

Κλίση

Παρόν (απλό)
神に仕える
Παρόν (ευγενικό)
神に仕えます
Άρνηση (απλή)
神に仕えない
Άρνηση (ευγενική)
神に仕えません
Παρελθόν (απλό)
神に仕えた
Παρελθόν (ευγενικό)
神に仕えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神に仕えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神に仕えませんでした
Τε-μορφή
神に仕えて
Δυνητική
神に仕えられる
Προστακτική
神に仕えろ
Βουλητική
神に仕えよう
Υποθετική (ば)
神に仕えれば