しん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαθέτω θεϊκή δεξιότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
神に入る
Παρόν (ευγενικό)
神に入ります
Άρνηση (απλή)
神に入らない
Άρνηση (ευγενική)
神に入りません
Παρελθόν (απλό)
神に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
神に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神に入りませんでした
Τε-μορφή
神に入って
Δυνητική
神に入れる
Προστακτική
神に入れ
Βουλητική
神に入ろう
Υποθετική (ば)
神に入れば