かみちか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορκίζομαι στο Θεό, επικαλούμαι τον ουρανό ως μάρτυρα, δίνω ιερό όρκο

Κλίση

Παρόν (απλό)
神に誓う
Παρόν (ευγενικό)
神に誓います
Άρνηση (απλή)
神に誓わない
Άρνηση (ευγενική)
神に誓いません
Παρελθόν (απλό)
神に誓った
Παρελθόν (ευγενικό)
神に誓いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神に誓わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神に誓いませんでした
Τε-μορφή
神に誓って
Δυνητική
神に誓える
Προστακτική
神に誓え
Βουλητική
神に誓おう
Υποθετική (ば)
神に誓えば