かみおそれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοβάμαι τον Θεό

Κλίση

Παρόν (απλό)
神を恐れる
Παρόν (ευγενικό)
神を恐れます
Άρνηση (απλή)
神を恐れない
Άρνηση (ευγενική)
神を恐れません
Παρελθόν (απλό)
神を恐れた
Παρελθόν (ευγενικό)
神を恐れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神を恐れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神を恐れませんでした
Τε-μορφή
神を恐れて
Δυνητική
神を恐れられる
Προστακτική
神を恐れろ
Βουλητική
神を恐れよう
Υποθετική (ば)
神を恐れれば