しん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεοποίηση, αποθέωση
  2. 02 θαυμαστή αλλαγή
  3. 03 μεγάλη ηθική επίδραση

Κλίση

Παρόν (απλό)
神化する
Παρόν (ευγενικό)
神化します
Άρνηση (απλή)
神化しない
Άρνηση (ευγενική)
神化しません
Παρελθόν (απλό)
神化した
Παρελθόν (ευγενικό)
神化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神化しませんでした
Τε-μορφή
神化して
Δυνητική
神化できる
Προστακτική
神化しろ
Βουλητική
神化しよう
Υποθετική (ば)
神化すれば