かみまい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσκεψη σε ιερούς ναούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
神参りする
Παρόν (ευγενικό)
神参りします
Άρνηση (απλή)
神参りしない
Άρνηση (ευγενική)
神参りしません
Παρελθόν (απλό)
神参りした
Παρελθόν (ευγενικό)
神参りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神参りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神参りしませんでした
Τε-μορφή
神参りして
Δυνητική
神参りできる
Προστακτική
神参りしろ
Βουλητική
神参りしよう
Υποθετική (ば)
神参りすれば