しん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθολικός ιερέας, αββάς, πάτερ

Παραδείγματα

  • 神父しんぷさんがいます。

    Υπάρχει ένας παπάς.

  • 教会きょうかい神父しんぷさまがおはなしをしていました。

    Ο παπάς μιλούσε στην εκκλησία.

  • 子供こどもころこまったことがあると、いつも親身しんみになってはなしいてくれる神父しんぷさまがいました。

    Όταν ήμουν παιδί και είχα κάποιο πρόβλημα, υπήρχε πάντα ένας παπάς που με άκουγε με κατανόηση.