しんせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγιασμός, καθιέρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
神聖化する
Παρόν (ευγενικό)
神聖化します
Άρνηση (απλή)
神聖化しない
Άρνηση (ευγενική)
神聖化しません
Παρελθόν (απλό)
神聖化した
Παρελθόν (ευγενικό)
神聖化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神聖化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神聖化しませんでした
Τε-μορφή
神聖化して
Δυνητική
神聖化できる
Προστακτική
神聖化しろ
Βουλητική
神聖化しよう
Υποθετική (ば)
神聖化すれば