しんせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιεροποίηση, αποθέωση, θεοποίηση, αγιοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
神聖視する
Παρόν (ευγενικό)
神聖視します
Άρνηση (απλή)
神聖視しない
Άρνηση (ευγενική)
神聖視しません
Παρελθόν (απλό)
神聖視した
Παρελθόν (ευγενικό)
神聖視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神聖視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神聖視しませんでした
Τε-μορφή
神聖視して
Δυνητική
神聖視できる
Προστακτική
神聖視しろ
Βουλητική
神聖視しよう
Υποθετική (ば)
神聖視すれば