かみあそ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραγούδι και χορός που εκτελούνται ως προσφορά στις θεότητες

Κλίση

Παρόν (απλό)
神遊びする
Παρόν (ευγενικό)
神遊びします
Άρνηση (απλή)
神遊びしない
Άρνηση (ευγενική)
神遊びしません
Παρελθόν (απλό)
神遊びした
Παρελθόν (ευγενικό)
神遊びしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神遊びしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神遊びしませんでした
Τε-μορφή
神遊びして
Δυνητική
神遊びできる
Προστακτική
神遊びしろ
Βουλητική
神遊びしよう
Υποθετική (ば)
神遊びすれば