かみろし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίκληση θεότητας κατά τη διάρκεια εορτασμού που πραγματοποιείται προς τιμήν της
  2. 02 επίκληση θεότητας από μέντιουμ ώστε να το καταλάβει (για να λάβει θεϊκό μήνυμα ή αποκάλυψη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
神降ろしする
Παρόν (ευγενικό)
神降ろしします
Άρνηση (απλή)
神降ろししない
Άρνηση (ευγενική)
神降ろししません
Παρελθόν (απλό)
神降ろしした
Παρελθόν (ευγενικό)
神降ろししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
神降ろししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
神降ろししませんでした
Τε-μορφή
神降ろしして
Δυνητική
神降ろしできる
Προστακτική
神降ろししろ
Βουλητική
神降ろししよう
Υποθετική (ば)
神降ろしすれば