きんない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν μπορώ να συγκρατηθώ (από το να γελάσω, να νιώσω συμπόνια κ.λπ.), δεν μπορώ να καταπνίξω (δάκρυα, θυμό κ.λπ.), δεν μπορώ να εμποδίσω τον εαυτό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
禁じ得ない
Παρόν (ευγενικό)
禁じ得ないです
Άρνηση (απλή)
禁じ得なくない
Άρνηση (ευγενική)
禁じ得なくないです
Παρελθόν (απλό)
禁じ得なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
禁じ得なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禁じ得なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禁じ得なくなかったです
Τε-μορφή
禁じ得なくて
Υποθετική (ば)
禁じ得なければ