きんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαγορεύω, απαγορεύω ρητά
  2. 02 καταστέλλω (συναίσθημα, γέλιο), συγκρατώ (π.χ. δάκρυα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
禁ずる
Παρόν (ευγενικό)
禁ずます
Άρνηση (απλή)
禁ずない
Άρνηση (ευγενική)
禁ずません
Παρελθόν (απλό)
禁ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
禁ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禁ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禁ずませんでした
Τε-μορφή
禁ずて
Δυνητική
禁ずられる
Προστακτική
禁ずろ
Βουλητική
禁ずよう
Υποθετική (ば)
禁ずれば