きん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αίρω απαγόρευση, καταργώ περιορισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
禁を解く
Παρόν (ευγενικό)
禁を解きます
Άρνηση (απλή)
禁を解かない
Άρνηση (ευγενική)
禁を解きません
Παρελθόν (απλό)
禁を解いた
Παρελθόν (ευγενικό)
禁を解きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禁を解かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禁を解きませんでした
Τε-μορφή
禁を解いて
Δυνητική
禁を解ける
Προστακτική
禁を解け
Βουλητική
禁を解こう
Υποθετική (ば)
禁を解けば