Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
禁断の果実
禁
禁
きん
断
だん
の
果
か
実
じつ
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
απαγορευμένος καρπός