禁煙
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποχή από το κάπνισμα, διακοπή του καπνίσματος
- 02 απαγόρευση του καπνίσματος
- 03 απαγορεύεται το κάπνισμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 禁煙する
- Παρόν (ευγενικό)
- 禁煙します
- Άρνηση (απλή)
- 禁煙しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 禁煙しません
- Παρελθόν (απλό)
- 禁煙した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 禁煙しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 禁煙しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 禁煙しませんでした
- Τε-μορφή
- 禁煙して
- Δυνητική
- 禁煙できる
- Προστακτική
- 禁煙しろ
- Βουλητική
- 禁煙しよう
- Υποθετική (ば)
- 禁煙すれば
- Υποθετική (たら)
- 禁煙したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 禁煙したい
- Απαγορευτική (~な)
- 禁煙するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 禁煙しなさい
- Παθητική
- 禁煙される
- Αιτιατική
- 禁煙させる