きんやく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή χρήσης ναρκωτικών, απότομη απεξάρτηση, καθαρός από ουσίες

Κλίση

Παρόν (απλό)
禁薬する
Παρόν (ευγενικό)
禁薬します
Άρνηση (απλή)
禁薬しない
Άρνηση (ευγενική)
禁薬しません
Παρελθόν (απλό)
禁薬した
Παρελθόν (ευγενικό)
禁薬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禁薬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禁薬しませんでした
Τε-μορφή
禁薬して
Δυνητική
禁薬できる
Προστακτική
禁薬しろ
Βουλητική
禁薬しよう
Υποθετική (ば)
禁薬すれば