ろく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμβάνω μισθό (από), λαμβάνω χρηματική αποζημίωση (από), είμαι στη μισθοδοσία (κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
禄を食む
Παρόν (ευγενικό)
禄を食みます
Άρνηση (απλή)
禄を食まない
Άρνηση (ευγενική)
禄を食みません
Παρελθόν (απλό)
禄を食んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
禄を食みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禄を食まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禄を食みませんでした
Τε-μορφή
禄を食んで
Δυνητική
禄を食める
Προστακτική
禄を食め
Βουλητική
禄を食もう
Υποθετική (ば)
禄を食めば