禿げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χάνω τα μαλλιά μου, καραφλιάζω
  2. 02 απογυμνώνομαι (π.χ. ένα βουνό απογυμνώνεται από δέντρα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
禿げる
Παρόν (ευγενικό)
禿げます
Άρνηση (απλή)
禿げない
Άρνηση (ευγενική)
禿げません
Παρελθόν (απλό)
禿げた
Παρελθόν (ευγενικό)
禿げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禿げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禿げませんでした
Τε-μορφή
禿げて
Δυνητική
禿げられる
Προστακτική
禿げろ
Βουλητική
禿げよう
Υποθετική (ば)
禿げれば