禿げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χάνω τα μαλλιά μου, καραφλιάζω
- 02 απογυμνώνομαι (π.χ. ένα βουνό απογυμνώνεται από δέντρα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 禿げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 禿げます
- Άρνηση (απλή)
- 禿げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 禿げません
- Παρελθόν (απλό)
- 禿げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 禿げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 禿げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 禿げませんでした
- Τε-μορφή
- 禿げて
- Δυνητική
- 禿げられる
- Προστακτική
- 禿げろ
- Βουλητική
- 禿げよう
- Υποθετική (ば)
- 禿げれば
- Υποθετική (たら)
- 禿げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 禿げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 禿げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 禿げなさい
- Παθητική
- 禿げられる
- Αιτιατική
- 禿げさせる