ひいでる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερέχω, ξεπερνώ, είμαι ανώτερος (από άλλους σε κάτι)
  2. 02 προεξέχω (ειδικά για το μέτωπο και τα φρύδια), είμαι εμφανής, ξεχωρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
秀でる
Παρόν (ευγενικό)
秀でます
Άρνηση (απλή)
秀でない
Άρνηση (ευγενική)
秀でません
Παρελθόν (απλό)
秀でた
Παρελθόν (ευγενικό)
秀でました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
秀でなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
秀でませんでした
Τε-μορφή
秀でて
Δυνητική
秀でられる
Προστακτική
秀でろ
Βουλητική
秀でよう
Υποθετική (ば)
秀でれば