わたくしする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ (δημόσια περιουσία) για προσωπικούς σκοπούς, εκμεταλλεύομαι (π.χ. πολιτική) για ίδιο όφελος, καταχρώμαι (δημόσιο χρήμα), ιδιοποιούμαι, υπεξαιρώ
  2. 02 αρχαϊκό ενεργώ εγωιστικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
私する
Παρόν (ευγενικό)
私します
Άρνηση (απλή)
私しない
Άρνηση (ευγενική)
私しません
Παρελθόν (απλό)
私した
Παρελθόν (ευγενικό)
私しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
私しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
私しませんでした
Τε-μορφή
私して
Δυνητική
私できる
Προστακτική
私しろ
Βουλητική
私しよう
Υποθετική (ば)
私すれば