ぶつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιοποίηση, καταχραστική ιδιοποίηση, μετατροπή σε ατομικό κτήμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
私物化する
Παρόν (ευγενικό)
私物化します
Άρνηση (απλή)
私物化しない
Άρνηση (ευγενική)
私物化しません
Παρελθόν (απλό)
私物化した
Παρελθόν (ευγενικό)
私物化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
私物化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
私物化しませんでした
Τε-μορφή
私物化して
Δυνητική
私物化できる
Προστακτική
私物化しろ
Βουλητική
私物化しよう
Υποθετική (ば)
私物化すれば