よう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωπική χρήση, ιδιωτική χρήση
  2. 02 ιδιωτική υπόθεση, προσωπική δουλειά

Κλίση

Παρόν (απλό)
私用する
Παρόν (ευγενικό)
私用します
Άρνηση (απλή)
私用しない
Άρνηση (ευγενική)
私用しません
Παρελθόν (απλό)
私用した
Παρελθόν (ευγενικό)
私用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
私用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
私用しませんでした
Τε-μορφή
私用して
Δυνητική
私用できる
Προστακτική
私用しろ
Βουλητική
私用しよう
Υποθετική (ば)
私用すれば