あきまき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φθινοπωρινή σπορά

Κλίση

Παρόν (απλό)
秋まきする
Παρόν (ευγενικό)
秋まきします
Άρνηση (απλή)
秋まきしない
Άρνηση (ευγενική)
秋まきしません
Παρελθόν (απλό)
秋まきした
Παρελθόν (ευγενικό)
秋まきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
秋まきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
秋まきしませんでした
Τε-μορφή
秋まきして
Δυνητική
秋まきできる
Προστακτική
秋まきしろ
Βουλητική
秋まきしよう
Υποθετική (ば)
秋まきすれば