あきめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω φθινοπωρινή όψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
秋めく
Παρόν (ευγενικό)
秋めきます
Άρνηση (απλή)
秋めかない
Άρνηση (ευγενική)
秋めきません
Παρελθόν (απλό)
秋めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
秋めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
秋めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
秋めきませんでした
Τε-μορφή
秋めいて
Δυνητική
秋めける
Προστακτική
秋めけ
Βουλητική
秋めこう
Υποθετική (ば)
秋めけば