しゅうおく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω ερωτικά βλέμματα σε άνδρα (για γυναίκα), κάνω μάτια, ρίχνω λάγνα βλέμματα, κάνω αντικατοπτρισμούς προθέσεων

Κλίση

Παρόν (απλό)
秋波を送る
Παρόν (ευγενικό)
秋波を送ります
Άρνηση (απλή)
秋波を送らない
Άρνηση (ευγενική)
秋波を送りません
Παρελθόν (απλό)
秋波を送った
Παρελθόν (ευγενικό)
秋波を送りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
秋波を送らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
秋波を送りませんでした
Τε-μορφή
秋波を送って
Δυνητική
秋波を送れる
Προστακτική
秋波を送れ
Βουλητική
秋波を送ろう
Υποθετική (ば)
秋波を送れば