秋風が吹く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φυσά ο φθινοπωρινός άνεμος
- 02 ξεθωριάζει ο έρωτας, ψυχραίνονται οι αισθήματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 秋風が吹く
- Παρόν (ευγενικό)
- 秋風が吹きます
- Άρνηση (απλή)
- 秋風が吹かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 秋風が吹きません
- Παρελθόν (απλό)
- 秋風が吹いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 秋風が吹きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 秋風が吹かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 秋風が吹きませんでした
- Τε-μορφή
- 秋風が吹いて
- Δυνητική
- 秋風が吹ける
- Προστακτική
- 秋風が吹け
- Βουλητική
- 秋風が吹こう
- Υποθετική (ば)
- 秋風が吹けば
- Υποθετική (たら)
- 秋風が吹いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 秋風が吹きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 秋風が吹くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 秋風が吹きなさい
- Παθητική
- 秋風が吹かれる
- Αιτιατική
- 秋風が吹かせる