秤にかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ζυγίζω σε πλάστιγγα
- 02 ζυγίζω επιλογές, συγκρίνω πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 秤にかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 秤にかけます
- Άρνηση (απλή)
- 秤にかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 秤にかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 秤にかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 秤にかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 秤にかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 秤にかけませんでした
- Τε-μορφή
- 秤にかけて
- Δυνητική
- 秤にかけられる
- Προστακτική
- 秤にかけろ
- Βουλητική
- 秤にかけよう
- Υποθετική (ば)
- 秤にかければ
- Υποθετική (たら)
- 秤にかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 秤にかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 秤にかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 秤にかけなさい
- Παθητική
- 秤にかけられる
- Αιτιατική
- 秤にかけさせる