ちつじょてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποιώ, οργανώνω, συστηματοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
秩序立てる
Παρόν (ευγενικό)
秩序立てます
Άρνηση (απλή)
秩序立てない
Άρνηση (ευγενική)
秩序立てません
Παρελθόν (απλό)
秩序立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
秩序立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
秩序立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
秩序立てませんでした
Τε-μορφή
秩序立てて
Δυνητική
秩序立てられる
Προστακτική
秩序立てろ
Βουλητική
秩序立てよう
Υποθετική (ば)
秩序立てれば