しょうみょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίκληση του ονόματος του Βούδα, ψαλμωδία του ονόματος του Βούδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
称名する
Παρόν (ευγενικό)
称名します
Άρνηση (απλή)
称名しない
Άρνηση (ευγενική)
称名しません
Παρελθόν (απλό)
称名した
Παρελθόν (ευγενικό)
称名しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
称名しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
称名しませんでした
Τε-μορφή
称名して
Δυνητική
称名できる
Προστακτική
称名しろ
Βουλητική
称名しよう
Υποθετική (ば)
称名すれば