うつろう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταβάλλομαι, αλλάζω (με το πέρασμα του χρόνου)
  2. 02 ξεθωριάζω, φθίνω, παρακμάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
移ろう
Παρόν (ευγενικό)
移ろいます
Άρνηση (απλή)
移ろわない
Άρνηση (ευγενική)
移ろいません
Παρελθόν (απλό)
移ろった
Παρελθόν (ευγενικό)
移ろいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移ろわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移ろいませんでした
Τε-μορφή
移ろって
Δυνητική
移ろえる
Προστακτική
移ろえ
Βουλητική
移ろおう
Υποθετική (ば)
移ろえば