じゅう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετανάστευση, μετακίνηση, εξοικισμός, αποικισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
移住する
Παρόν (ευγενικό)
移住します
Άρνηση (απλή)
移住しない
Άρνηση (ευγενική)
移住しません
Παρελθόν (απλό)
移住した
Παρελθόν (ευγενικό)
移住しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移住しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移住しませんでした
Τε-μορφή
移住して
Δυνητική
移住できる
Προστακτική
移住しろ
Βουλητική
移住しよう
Υποθετική (ば)
移住すれば