移入
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισαγωγή (από το εξωτερικό), εισαγωγή, μεταφορά εντός
- 02 μεταφορά (από άλλο μέρος της χώρας), διακίνηση
- 03 εναπόθεση (π.χ. συναισθημάτων σε ένα έργο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 移入する
- Παρόν (ευγενικό)
- 移入します
- Άρνηση (απλή)
- 移入しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 移入しません
- Παρελθόν (απλό)
- 移入した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 移入しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 移入しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 移入しませんでした
- Τε-μορφή
- 移入して
- Δυνητική
- 移入できる
- Προστακτική
- 移入しろ
- Βουλητική
- 移入しよう
- Υποθετική (ば)
- 移入すれば
- Υποθετική (たら)
- 移入したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 移入したい
- Απαγορευτική (~な)
- 移入するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 移入しなさい
- Παθητική
- 移入される
- Αιτιατική
- 移入させる