よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφορά κονδυλίου προϋπολογισμού από ένα κυβερνητικό τμήμα σε άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
移用する
Παρόν (ευγενικό)
移用します
Άρνηση (απλή)
移用しない
Άρνηση (ευγενική)
移用しません
Παρελθόν (απλό)
移用した
Παρελθόν (ευγενικό)
移用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移用しませんでした
Τε-μορφή
移用して
Δυνητική
移用できる
Προστακτική
移用しろ
Βουλητική
移用しよう
Υποθετική (ば)
移用すれば