かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταγωγή (κρατουμένου σε άλλο σωφρονιστικό ίδρυμα), μεταφορά φυλακισμένου, ίδρυμα μεταγωγής

Κλίση

Παρόν (απλό)
移監する
Παρόν (ευγενικό)
移監します
Άρνηση (απλή)
移監しない
Άρνηση (ευγενική)
移監しません
Παρελθόν (απλό)
移監した
Παρελθόν (ευγενικό)
移監しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移監しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移監しませんでした
Τε-μορφή
移監して
Δυνητική
移監できる
Προστακτική
移監しろ
Βουλητική
移監しよう
Υποθετική (ば)
移監すれば