ちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκόλληση ή ενσωμάτωση υπολειμμάτων φθοράς στην αντίθετη επιφάνεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
移着する
Παρόν (ευγενικό)
移着します
Άρνηση (απλή)
移着しない
Άρνηση (ευγενική)
移着しません
Παρελθόν (απλό)
移着した
Παρελθόν (ευγενικό)
移着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移着しませんでした
Τε-μορφή
移着して
Δυνητική
移着できる
Προστακτική
移着しろ
Βουλητική
移着しよう
Υποθετική (ば)
移着すれば