こう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση, αλλαγή, εναλλαγή
  2. 02 μεταβίβαση (εξουσίας, βάρους, κ.λπ.), μετατόπιση (π.χ. κέντρου βάρους)

Παραδείγματα

  • システムを移行いこうします

    Θα μεταβούμε στο σύστημα.

  • 旧体制きゅうたいせいから新体制しんたいせいへの移行いこうには時間じかんがかかります。

    Η μετάβαση από το παλιό στο νέο σύστημα θα πάρει χρόνο.

  • 事業じぎょう継続性けいぞくせい確保かくほするため、経営権けいえいけんのスムーズな移行いこう不可欠ふかけつです。

    Για να εξασφαλιστεί η συνέχεια της επιχείρησης, είναι απαραίτητη μια ομαλή μεταβίβαση της διοίκησης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
移行する
Παρόν (ευγενικό)
移行します
Άρνηση (απλή)
移行しない
Άρνηση (ευγενική)
移行しません
Παρελθόν (απλό)
移行した
Παρελθόν (ευγενικό)
移行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移行しませんでした
Τε-μορφή
移行して
Δυνητική
移行できる
Προστακτική
移行しろ
Βουλητική
移行しよう
Υποθετική (ば)
移行すれば