てん

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετακόμιση, μετεγκατάσταση, αλλαγή διεύθυνσης
  2. 02 μεταβίβαση (τίτλων, περιουσίας κ.λπ.), παραχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
移転する
Παρόν (ευγενικό)
移転します
Άρνηση (απλή)
移転しない
Άρνηση (ευγενική)
移転しません
Παρελθόν (απλό)
移転した
Παρελθόν (ευγενικό)
移転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
移転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
移転しませんでした
Τε-μορφή
移転して
Δυνητική
移転できる
Προστακτική
移転しろ
Βουλητική
移転しよう
Υποθετική (ば)
移転すれば