程ほどがある

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω όρια, ξεπερνώ τα όρια (π.χ. σε ένα αστείο)

Παραδείγματα

  • 冗談にも程ほどがある。

    Και στα αστεία υπάρχουν όρια.

  • どんなに好すきでも、食たべすぎには程ほどがあるだろう?

    Όσο κι αν σου αρέσει, υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορείς να φας, έτσι δεν είναι;

  • いくら親したしい間柄あいだがらとはいえ、人ひとの私物しぶつを断ことわりなく使つかうのは程ほどがあるというものだ。

    Ακόμα κι αν είστε πολύ κοντινοί, το να χρησιμοποιείς τα προσωπικά αντικείμενα κάποιου χωρίς να ρωτήσεις, αυτό ξεπερνά τα όρια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
程がある
Παρόν (ευγενικό)
程があります
Άρνηση (απλή)
程がない
Άρνηση (ευγενική)
程がありません
Παρελθόν (απλό)
程があった
Παρελθόν (ευγενικό)
程がありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
程がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
程がありませんでした
Τε-μορφή
程があって
Δυνητική
程があれる
Προστακτική
程があれ
Βουλητική
程があろう
Υποθετική (ば)
程があれば