ほどとお

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μακριά, απομακρυσμένος
  2. 02 καμία σχέση, απέχει πολύ

Κλίση

Παρόν (απλό)
程遠い
Παρόν (ευγενικό)
程遠いです
Άρνηση (απλή)
程遠くない
Άρνηση (ευγενική)
程遠くないです
Παρελθόν (απλό)
程遠かった
Παρελθόν (ευγενικό)
程遠かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
程遠くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
程遠くなかったです
Τε-μορφή
程遠くて
Υποθετική (ば)
程遠ければ