しゅげい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δενδροκομία, καλλιέργεια δέντρων

Κλίση

Παρόν (απλό)
種芸する
Παρόν (ευγενικό)
種芸します
Άρνηση (απλή)
種芸しない
Άρνηση (ευγενική)
種芸しません
Παρελθόν (απλό)
種芸した
Παρελθόν (ευγενικό)
種芸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
種芸しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
種芸しませんでした
Τε-μορφή
種芸して
Δυνητική
種芸できる
Προστακτική
種芸しろ
Βουλητική
種芸しよう
Υποθετική (ば)
種芸すれば