種たね

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: くさ , しゅ

  1. 01 σπόρος (π.χ. φυτού), πυρήνας, κουκούτσι (π.χ. ροδάκινου)
  2. 02 απόγονος, τέκνο, γόνος, ράτσα
  3. 03 πατρικό αίμα, καταγωγή
  4. 04 σπέρμα
  5. 05 αιτία, πηγή, αφετηρία
  6. 06 υλικό (π.χ. για άρθρο), θέμα (π.χ. ιστορίας), αντικείμενο (συζήτησης), θεματολογία, πηγή (ειδήσεων)
  7. 07 συστατικό, κύριο υλικό (π.χ. σε σούσι), προζύμι
  8. 08 μηχανισμός (π.χ. ταχυδακτυλουργικού κόλπου), μυστικό, τεχνοτροπία
  9. 09 συνήθως γραμμένο με κάνα κάρτα 10 πόντων, τάνε, κάρτα ζώου

Παραδείγματα

  • この種たねをまきます。

    Θα σπείρω αυτόν τον σπόρο.

  • 林檎りんごの種たねを庭にわに埋うめました。

    Έθαψα τον σπόρο μήλου στον κήπο.

  • 成功せいこうの種たねは、日頃ひごろの努力どりょくと諦あきらめない心こころにあると言いわれています。

    Λένε ότι ο σπόρος της επιτυχίας βρίσκεται στην καθημερινή προσπάθεια και στην ακατάβλητη θέληση.