稼ぎ出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κερδίζω, βγάζω χρήματα, εξασφαλίζω, αποκτώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 稼ぎ出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 稼ぎ出します
- Άρνηση (απλή)
- 稼ぎ出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 稼ぎ出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 稼ぎ出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 稼ぎ出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 稼ぎ出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 稼ぎ出しませんでした
- Τε-μορφή
- 稼ぎ出して
- Δυνητική
- 稼ぎ出せる
- Προστακτική
- 稼ぎ出せ
- Βουλητική
- 稼ぎ出そう
- Υποθετική (ば)
- 稼ぎ出せば
- Υποθετική (たら)
- 稼ぎ出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 稼ぎ出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 稼ぎ出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 稼ぎ出しなさい
- Παθητική
- 稼ぎ出される
- Αιτιατική
- 稼ぎ出させる