稼ぐ
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κερδίζω, βγάζω χρήματα
- 02 κερδίζω (πόντους, νίκη), κερδίζω χρόνο
- 03 δουλεύω σκληρά, κοπιάζω, μοχθώ
Παραδείγματα
-
お金を稼ぎます。
Βγάζω χρήματα.
-
毎日、生活費を稼ぐために一生懸命に働いています。
Δουλεύω σκληρά κάθε μέρα για να βγάζω τα προς το ζην.
-
現代社会において、若者が安定した生活を送るための十分な収入を稼ぐのは、ますます困難になっています。
Στη σημερινή κοινωνία, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τους νέους να κερδίσουν αρκετά χρήματα για να ζήσουν μια άνετη ζωή.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 稼ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 稼ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 稼がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 稼ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 稼いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 稼ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 稼がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 稼ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 稼いで
- Δυνητική
- 稼げる
- Προστακτική
- 稼げ
- Βουλητική
- 稼ごう
- Υποθετική (ば)
- 稼げば
- Υποθετική (たら)
- 稼いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 稼ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 稼ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 稼ぎなさい
- Παθητική
- 稼がれる
- Αιτιατική
- 稼がせる