稼働
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λειτουργία (μηχανήματος), δράση
- 02 εργασία (και κερδοφορία), φόρτος εργασίας, δραστηριότητα
- 03 ανάπτυξη (π.χ. σε περιβάλλον παραγωγής), έκδοση, διάθεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 稼働する
- Παρόν (ευγενικό)
- 稼働します
- Άρνηση (απλή)
- 稼働しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 稼働しません
- Παρελθόν (απλό)
- 稼働した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 稼働しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 稼働しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 稼働しませんでした
- Τε-μορφή
- 稼働して
- Δυνητική
- 稼働できる
- Προστακτική
- 稼働しろ
- Βουλητική
- 稼働しよう
- Υποθετική (ば)
- 稼働すれば
- Υποθετική (たら)
- 稼働したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 稼働したい
- Απαγορευτική (~な)
- 稼働するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 稼働しなさい
- Παθητική
- 稼働される
- Αιτιατική
- 稼働させる