稿を改める
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξαναγράφω χειρόγραφο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 稿を改める
- Παρόν (ευγενικό)
- 稿を改めます
- Άρνηση (απλή)
- 稿を改めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 稿を改めません
- Παρελθόν (απλό)
- 稿を改めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 稿を改めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 稿を改めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 稿を改めませんでした
- Τε-μορφή
- 稿を改めて
- Δυνητική
- 稿を改められる
- Προστακτική
- 稿を改めろ
- Βουλητική
- 稿を改めよう
- Υποθετική (ば)
- 稿を改めれば
- Υποθετική (たら)
- 稿を改めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 稿を改めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 稿を改めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 稿を改めなさい
- Παθητική
- 稿を改められる
- Αιτιατική
- 稿を改めさせる