積つみ上あげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συσσωρεύω, στοιβάζω, κάνω σωρό, χτίζω (π.χ. τούβλα)
  2. 02 αποκτώ (π.χ. εμπειρία), συσσωρεύω (π.χ. εμπειρία), χτίζω (μια φήμη)

Παραδείγματα

  • 子供こどもがブロックを積つみ上あげる。

    Το παιδί στοιβάζει τουβλάκια.

  • 彼かれは毎日まいにち、資料しりょうを机つくえの上うえに積つみ上あげた。

    Κάθε μέρα στοίβαζε τα έγγραφα πάνω στο γραφείο του.

  • 長年ながねんの努力どりょくによって、彼かれは確固かっこたる実績じっせきを積つみ上あげてきた。

    Μέσα από πολυετείς προσπάθειες, έχτισε ένα σταθερό και αξιόλογο έργο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
積み上げる
Παρόν (ευγενικό)
積み上げます
Άρνηση (απλή)
積み上げない
Άρνηση (ευγενική)
積み上げません
Παρελθόν (απλό)
積み上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
積み上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
積み上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
積み上げませんでした
Τε-μορφή
積み上げて
Δυνητική
積み上げられる
Προστακτική
積み上げろ
Βουλητική
積み上げよう
Υποθετική (ば)
積み上げれば