ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυξάνω (ένα χρηματικό ποσό ή αγαθά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
積み増す
Παρόν (ευγενικό)
積み増します
Άρνηση (απλή)
積み増さない
Άρνηση (ευγενική)
積み増しません
Παρελθόν (απλό)
積み増した
Παρελθόν (ευγενικό)
積み増しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
積み増さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
積み増しませんでした
Τε-μορφή
積み増して
Δυνητική
積み増せる
Προστακτική
積み増せ
Βουλητική
積み増そう
Υποθετική (ば)
積み増せば