てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συσσωρεύω
  2. 02 αποταμιεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
積み立てる
Παρόν (ευγενικό)
積み立てます
Άρνηση (απλή)
積み立てない
Άρνηση (ευγενική)
積み立てません
Παρελθόν (απλό)
積み立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
積み立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
積み立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
積み立てませんでした
Τε-μορφή
積み立てて
Δυνητική
積み立てられる
Προστακτική
積み立てろ
Βουλητική
積み立てよう
Υποθετική (ば)
積み立てれば